Emily Wu-Christidis: “Νιώθω τόσο Ελληνίδα όσο όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες”

Συνέντευξη στη Μάρθα Κατσαρού

Στο κέντρο του Αμαρουσίου, εκεί όπου ο ρυθμός της πόλης συναντά τις γαστρονομικές ανησυχίες των κατοίκων της, το Shiraki έχει καταφέρει κάτι περισσότερο από το να γίνει απλώς ένα ακόμη εστιατόριο. Έχει γίνει ένα σημείο αναφοράς. Μια μικρή πύλη προς την Ιαπωνία, χτισμένη με αυθεντικότητα, αισθητική και βαθιά αφοσίωση στη φιλοσοφία της ιαπωνικής κουζίνας. Πίσω από αυτή τη διακριτική αλλά τόσο δυνατή ταυτότητα βρίσκεται η Emily WuChristidis, μια γυναίκα που όχι μόνο υιοθέτησε την Ελλάδα ως δεύτερη πατρίδα της, αλλά και επένδυσε σε μια ιδέα που γεννήθηκε από προσωπικό πάθος, επιμονή και βαθιά κατανόηση της ιαπωνικής γεύσης. Με τη συνοχή, τη σταθερότητα και τη λεπτομέρεια που απαιτεί η ιαπωνική κουλτούρα, η Emily δημιούργησε έναν χώρο που δεν προσπαθεί απλώς να προσελκύσει επισκέπτες, αλλά να τους φιλοξενήσει. Και μέσα από τη δική της ματιά, το Shiraki γίνεται κάτι ακόμη πιο σπάνιο: μια εμπειρία.

Πόσα χρόνια ζείτε στην Ελλάδα και τί ήταν αυτό που σας έκανε να μείνετε εδώ;

Στην Ελλάδα ήρθα το 2009. Είμαι στη δεύτερη πατρίδα μου δηλαδή 16 χρόνια. Εδώ μεγάλωσα, εδώ ακολούθησα όλη την ελληνική παιδεία, εδώ πήρα το πτυχίο μου, εδώ έμαθα όσα αγάπησα. Νιώθω τόσο Ελληνίδα όσο όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες. Κι η χώρα μας, με τις αντιθέσεις και τις εξωστρεφείς σχέσεις της, με τους ιδιαίτερους ανθρώπους της και τη γη που όπου κι αν πας είναι γεμάτη Ιστορία και Πολιτισμό, με έκανε να την αγαπήσω βαθιά. Ναι, είμαι Ελληνίδα.

Ερχόμενη από την Κίνα, θα περίμενε κανείς να στραφείτε στην κινεζική κουζίνα. Τί σας τράβηξε όμως προς την ιαπωνική;

Η κινεζική κουζίνα είναι η κουζίνα της μαμάς. Την απολαμβάνω, τη λατρεύω. Αλλά όταν «μπήκα» στην ιαπωνική γεύση, έγινε κάτι σαν έκρηξη μέσα μου, κι η απόλαυση εκτινάχτηκε. Τότε αποφάσισα πως έπρεπε να δώσω μια γευστική αυθεντικότητα και υψηλή ποιότητα στους Έλληνες. Ή αυτό ή τίποτα.

Τί σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε το Shiraki στην Ελλάδα και ειδικά στο Μαρούσι;

Το Shiraki Αμαρουσίου ήταν η έμπνευση που ήρθε μετά την επανάληψη των δοκιμών μου σε διάφορα ιαπωνικά εστιατόρια. Καταστάλλαξα στις γεύσεις που έπρεπε να προσφέρονται και τις οποίες αξίζουν οι Έλληνες, κι ύστερα ήρθε η επιλογή του τόπου. Θεώρησα πως το Μαρούσι βρίσκεται στο κέντρο των βορείων προαστίων· έτσι θα μπορούσαν εύκολα οι επισκέπτες να έρχονται από τις γύρω περιοχές. Έπεσα έξω. Μας έρχονται πια κι από μακριά, πάρα πολύ μακριά. Από τη Θήβα, τη Θεσσαλονίκη, την Αλεξανδρούπολη ακόμα (χαμόγελο).

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντήσατε όταν αποφασίσατε να ανοίξετε το Shiraki;

Αντικειμενικά είναι το κόστος, το προσωπικό, το «χτίσιμο» του εστιατορίου έτσι ώστε να βγει ένα αισθητικό αποτέλεσμα αντάξιο της ποιότητας του φαγητού και των παρεχόμενων υπηρεσιών. Πολλές δυσκολίες, αναπάντεχες αρκετές φορές, στιγμές που πρέπει να επαναπροσδιορίσεις τα πλάνα και να τα φτιάξεις από την αρχή, ο χρόνος που σε κυνηγάει. Αλλά όλα αυτά έχουν και την ομορφιά τους. Σε κάνουν ακόμα πιο αποφασιστικό.

Πώς σας φαίνονται οι Έλληνες ως πελάτες; Πόσο ανοιχτοί είναι στις ασιατικές γεύσεις;

Εμείς οι Έλληνες έχουμε μια φιλοσοφία εξερευνητή. Δεν περιοριζόμαστε. Κι είμαστε ανοιχτοί στο νέο, στο καινούργιο. Σιγά–σιγά η επαφή με τις ασιατικές γεύσεις αυξάνεται, μετά από τη δοκιμή υπάρχει η αποδοχή και η επανάληψη. Ως επισκέπτες -και όχι σαν «πελάτες»- εμείς οι Έλληνες είμαστε ενθουσιώδεις και, μετά την ικανοποίηση, θεωρούμε το εστιατόριο δικό μας. Αυτός είναι και ο στόχος μας άλλωστε: το Shiraki Αμαρουσίου να γίνεται το δικό τους, ξεχωριστό εστιατόριο, όπου πλέον χάνουν τον τίτλο του «επισκέπτη» και γίνονται φίλοι.

Ποιο πιάτο θεωρείτε «σήμα κατατεθέν» του Shiraki;

Σίγουρα το Sashimi Moriawase, μια ποικιλία πιάτων σασίμι που επιλέγει ο σεφ μας με πολύ μαεστρία και έμπνευση.

Αν έπρεπε να περιγράψετε τη φιλοσοφία σας σε μια φράση, ποια θα ήταν;

Προσήλωση στον στόχο, καμία έκπτωση στην ποιότητα, σκληρή δουλειά – και τα πάντα πρέπει να γίνονται… χτες!

Τί θα συμβουλεύατε κάποιον που ονειρεύεται να ανοίξει το δικό του εστιατόριο;

Να εξοπλιστεί με πολλές αντοχές, να μην χάνει το κουράγιο του με τίποτα και να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Χωρίς να παρεκκλίνει από το όνειρο.

Related Post