Share This Article
Συνέντευξη στη Σόνια Χαϊμαντά
Αυτό που έχει σημασία είναι να αποφασίζει ο κάθε άνθρωπος πόσο χρόνο θα αναλώσει κλαίγοντας πάνω από το “χυμένο γάλα” ή αναζητώντας αίτια και ευθύνες
Όλοι κάποια στιγμή ερχόμαστε αντιμέτωποι με γεγονότα που ανατρέπουν όσα θεωρούσαμε δεδομένα. Προσωπικές απώλειες, επαγγελματικές δυσκολίες, διαψεύσεις και αλλαγές μπορούν να μας κάνουν να αισθανθούμε ότι βρισκόμαστε μέσα σε ένα τούνελ χωρίς ορατή έξοδο. Κι όμως, όπως υποστηρίζει η Ξένια Κούρτογλου, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους υπάρχει η δυνατότητα να ξαναβρούμε τη δύναμη, την ψυχραιμία και τον προσανατολισμό μας.
Με αφορμή το βιβλίο της «Το τούνελ – 49+2 ιστορίες ψυχικής ανθεκτικότητας», η ιδρύτρια της Focus Bari, συγγραφέας και ειδική στην ψυχική ανθεκτικότητα μιλά για τη διαχείριση του πόνου, την αποδοχή, την προσωπική ευθύνη και τη σημασία των ορίων. Αναφέρεται, ακόμη, στις πιέσεις της σύγχρονης ζωής, στην επίδραση της τεχνολογίας και των κοινωνικών δικτύων, στις απαιτήσεις του επαγγελματικού περιβάλλοντος και στις ιδιαίτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες σε θέσεις ευθύνης. Μέσα από προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις δεκαετιών πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά, εξηγεί πώς οι δυσκολίες μπορούν να γίνουν αφορμή για αυτογνωσία, εξέλιξη και μια πιο αυθεντική σχέση με τον εαυτό μας.
Έχετε περάσει περισσότερα από 35 χρόνια αποκωδικοποιώντας την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα από έρευνες και δεδομένα. Υπάρχουν, όμως, στιγμές κατά τις οποίες οι αριθμοί δεν αρκούν για να εξηγήσουν τι πραγματικά συμβαίνει μέσα σε έναν άνθρωπο;
Οι αριθμοί μάς δίνουν μια «φωτογραφία» το πόσοι και ποιοι άνθρωποι κάνουν τι, τι ακριβώς επιλέγουν, πώς κινούνται. Η βαθύτερη όμως διερεύνηση μας αποκαλύπτει τα κίνητρα, τις πεποιθήσεις, τις αξίες, τις ανάγκες, τις επιθυμίες που βρίσκονται «κάτω» και «πίσω» από την τελική συμπεριφορά των ανθρώπων. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε και τα δύο. Αυτό κάνω επί 35 και περισσότερα χρόνια, και βέβαια, με τη δραστηριότητά μου ως ψυχοθεραπεύτρια και ειδική στην Ψυχική Ανθεκτικότητα.
Στο βιβλίο σας η ανθεκτικότητα δεν παρουσιάζεται ως μια ηρωική άρνηση του πόνου, αλλά ως η ικανότητα να παραμένουμε παρόντες μέσα σε αυτόν. Μήπως η σύγχρονη κουλτούρα της “θετικότητας” μάς πιέζει να ξεπερνάμε τις δυσκολίες πριν προλάβουμε να τις κατανοήσουμε;
Η Ψυχική Ανθεκτικότητα είναι εκείνη η ποιότητα που μπορεί να αναπτύξει ο άνθρωπος, ώστε μπροστά στις προκλήσεις, τις αλλαγές και τις απρόβλεπτες συνθήκες να ταράζεται μεν -άνθρωπος είναι- αλλά γρήγορα να ανακτά την ψυχραιμία και τη διαύγεια εκείνη που τον βοηθά να βρει λύσεις, διεξόδους και να βγει από το «τούνελ», συνήθως πιο σοφός και πιο δυνατός. Γιατί τελικά, μέσα από τα δύσκολα και τα άγνωστα, ο άνθρωπος διευρύνει το εμπειρικό του πεδίο, και γίνεται ο ίδιος κάτι περισσότερο!
Η τεχνολογία μάς έχει προσφέρει πρόσβαση σε γνώση, κοινότητες και εργαλεία αυτοβελτίωσης. Την ίδια στιγμή, όμως, μας κρατά σε μια κατάσταση διαρκούς σύγκρισης και εγρήγορσης. Είναι τελικά σύμμαχος ή αντίπαλος της ψυχικής ανθεκτικότητας;
Η τεχνολογία έρχεται -κατά τη γνώμη μου- για να υπηρετήσει και να διευκολύνει τον άνθρωπο στην εργασία, στην επικοινωνία, στην καθημερινότητα. Σήμερα μπορούμε να κάνουμε σε πολύ λιγότερο χρόνο και με πολύ λιγότερο κόπο πράγματα που παλιότερα δεν μπορούσαμε.
Και μας επιτρέπει να αφιερώνουμε χρόνο, ενέργεια σε δραστηριότητες που οι ανθρώπινες ποιότητες μπορούν να αναπτυχθούν. Η εγρήγορση είναι ως ένα βαθμό κάτι θετικό, γιατί βοηθά τον άνθρωπο να προοδεύει, αγκαλιάζοντας και μαθαίνοντας κάτι καινούργιο.
Από την άλλη μεριά, η σύγκριση είναι θετική μόνο όταν μας εμπνέει, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδικότητα – ο καθένας μας έχει τον δικό του δρόμο και ρυθμό.
Στον ψηφιακό κόσμο υπάρχει συχνά η απαίτηση να εμφανιζόμαστε συνεχώς παραγωγικοί, επιτυχημένοι και συναισθηματικά ακλόνητοι. Ποιο είναι το ψυχικό κόστος αυτής της “επιμελημένης ανθεκτικότητας”;
Δεν θα το ονόμαζα «απαίτηση»… Ίσως είναι η ανάγκη να δείξουμε κάτι «καλύτερο» μέσα από την προβολή και το μοίρασμα στα social, που όμως όλοι ξέρουμε πως δεν είναι πάντα αληθινό και αυθεντικό. Ακόμα και σήμερα, οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, με τα συναισθηματικά τους σκαμπανεβάσματα, τις δυσκολίες, τις προκλήσεις, αλλά και τις χαρές και τις όμορφες στιγμές. Τώρα το τι διαλέξει ο καθένας να μοιραστεί στα social είναι δική του επιλογή. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η «ψευδεπίγραφη» επιτυχία και συναισθηματική ανάταση είναι αρκετά «διάφανες».
Πότε η αναπλαισίωση μιας δύσκολης εμπειρίας αποτελεί πράξη αυτογνωσίας και πότε κινδυνεύει να γίνει ένας κομψός τρόπος να παρακάμψουμε τον θυμό, την αδικία ή το πένθος;
Η αναπλαισίωση μιας δύσκολης εμπειρίας είναι επιλογή, εφόσον ο άνθρωπος παραμένει πιστός στις αξίες και στην αλήθεια του. Ο σκοπός δεν είναι να μην βιώνουμε τα δύσκολα συναισθήματα και καταστάσεις – αντίθετα, είναι σημαντικό να τα βιώνουμε, γιατί μόνο τότε μπορούμε και να τα ξεπεράσουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι να αποφασίζει ο κάθε άνθρωπος πόσο χρόνο θα αναλώσει κλαίγοντας πάνω από το «χυμένο γάλα» ή αναζητώντας αίτια και ευθύνες. Ειδικά όταν κάτι έχει συμβεί και δεν είναι στον έλεγχό μας, έχει μεγάλη σημασία το στάδιο της αποδοχής, ακόμα κι αν αυτό μας δυσκολεύει.
Μιλάτε για την προσωπική ευθύνη ως μέρος της εξέλιξής μας. Πώς μπορούμε να αναγνωρίζουμε το δικό μας μερίδιο χωρίς να μετατρέπουμε την αυτογνωσία σε αυτοκατηγορία;
Σε αυτό το στάδιο βοηθά ιδιαίτερα η διαδικασία του αναλογισμού: δηλαδή, να αναβιώσει κανείς νοερά τα γεγονότα με αντικειμενικό τρόπο -χωρίς ερμηνείες και χαρακτηρισμούς- και να ξεχωρίσει ποιες ήταν οι δικές του κινήσεις, τι θα μπορούσε να έχει κάνει καλύτερα, ώστε να κρατήσει το μάθημα για την επόμενη φορά. Και κυρίως να αναρωτηθεί το «ποιος άνθρωπος θέλω να είμαι» και «τι θα έκανε ένας άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του». Ο αναλογισμός είναι μια κορυφαία άσκηση αυτογνωσίας που βοηθά ακριβώς αυτό: να αναγνωρίσει κανείς την ευθύνη του αντικειμενικά, να κρίνει τον εαυτό του με τα τότε δεδομένα, αποφεύγοντας την άδικη αυτοκριτική που οδηγεί σε στείρα ενοχή.
Η ανθεκτικότητα θεωρείται σήμερα πολύτιμο προσόν και στον επαγγελματικό χώρο. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος οι οργανισμοί να ζητούν από τους εργαζομένους να γίνουν “πιο ανθεκτικοί”, αντί να αλλάζουν οι ίδιοι τις συνθήκες που τους εξαντλούν;
Ανθεκτικότητα δεν σημαίνει «αναλαμβάνω περισσότερα απ’ όσα μπορώ» ή «βάζω τους άλλους πάνω από μένα» ή «ανέχομαι συμπεριφορές που με μειώνουν ή με προσβάλλουν». Αντίθετα, ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα να παραμένει κανείς ψύχραιμος μπροστά στις συνεχώς εναλλασσόμενες συνθήκες, και κάθε φορά, να αναζητά λύσεις και διεξόδους που να αξιοποιούν τα δυνατά σημεία και την εμπειρία του, και να τα προσαρμόζουν ανάλογα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους οργανισμούς.
Μια γυναίκα σε θέση ευθύνης καλείται συχνά να είναι ταυτόχρονα δυναμική αλλά όχι “σκληρή”, ευαίσθητη αλλά όχι “ευάλωτη”. Πόση ψυχική ενέργεια καταναλώνεται στην προσπάθεια να ισορροπήσει κανείς μέσα σε αυτές τις αντιφατικές προσδοκίες;
Η σύγχρονη ηγεσία έρχεται να υιοθετήσει πολλά από τα φυσικά χαρακτηριστικά της γυναικείας υπόστασης: ενσυναίσθηση, επικοινωνία, ομαδικότητα. Και εδώ χρειάζεται να καταρρίψουμε ορισμένους μύθους: το να είναι κανείς ενσυναισθητικός -να καταλαβαίνει δηλαδή τη θέση των άλλων- δεν σημαίνει ότι δεν θα βάλει όρια, στόχους ή θα παραβλέπει την ιεραρχία και τους σκοπούς του οργανισμού. Απλά, ο τρόπος αλλάζει: αντί για «διαταγές», μπορεί κανείς να συνεργαστεί πολύ καλύτερα αναπτύσσοντας ενσυναίσθηση και ενεργητική ακρόαση – και τα δύο κορυφαία πλεονεκτήματα της αποτελεσματικής επικοινωνίας. Αρκεί όλα να γίνονται με σαφήνεια και κοινή αποδοχή.
Έχετε βιώσει την υποτίμηση λόγω φύλου μέσα στον επαγγελματικό χώρο. Πιστεύετε ότι οι γυναίκες εκπαιδεύονται από νωρίς να ονομάζουν “ανθεκτικότητα” αυτό που πολλές φορές είναι αναγκαστική προσαρμογή σε άνισες συνθήκες;
Η συζήτηση αυτή είναι μεγάλη, και εδώ και αρκετά χρόνια, βλέπουμε βήματα προόδου στους εργασιακούς χώρους, ως προς την αποδοχή γυναικών σε ψηλές βαθμίδες καριέρας. Αυτό ξεκινά και από την οικογένεια, όπου πλέον αγόρια και κορίτσια υποστηρίζονται εξίσου να σπουδάσουν και να εξελιχθούν επαγγελματικά. Τα όποια κατάλοιπα παραμένουν βεβαίως, είναι και ευθύνη των γυναικών να καταρρίψουν, ευτυχώς με σχετικά λιγότερη προσπάθεια από εκείνη που βιώσαμε εμείς, όταν ξεκινούσαμε.
Τα όρια αποτελούν κεντρικό στοιχείο της εσωτερικής γαλήνης που περιγράφετε. Στην εποχή της μόνιμης διαθεσιμότητας, των μηνυμάτων και της εργασίας χωρίς σαφή τέλος, ποιο είναι το πιο επαναστατικό “όχι” που χρειάζεται να μάθουμε να λέμε;
Είναι ξεκάθαρα ατομική επιλογή το πότε θα κλείσεις το κινητό, ως ποια ώρα θα απαντάς σε μηνύματα και emails, και πόσο θα προστατέψεις την ιδιωτικότητα και τις προσωπικές στιγμές με τους δικούς σου ανθρώπους. Λυπάμαι βέβαια που βλέπω όλο και περισσότερο νέους, παιδιά -αλλά και μεγαλύτερους ανθρώπους- εθισμένους στο κινητό, και αυτό είναι κάτι που ήδη μας απασχολεί. Γιατί αυτός ο εθισμός είναι που εμποδίζει την θέσπιση ορίων.
Αν χρησιμοποιούσατε τα εργαλεία της κοινωνικής έρευνας για να χαρτογραφήσετε σήμερα τον συλλογικό ψυχισμό της ελληνικής κοινωνίας, ποιο “τούνελ” πιστεύετε ότι διασχίζουμε ως κοινωνία;
Έχουμε σαν λαός -κι αυτό είναι αποτέλεσμα διεθνών μελετών- κάποια χαρακτηριστικά που δεν βοηθούν και τόσο στην ανάληψη της προσωπικής ευθύνης: ο Έλληνας τοποθετεί τα κέντρα λήψης αποφάσεων πολύ ψηλά, πολύ μακριά από αυτόν, πράγμα που συχνά οδηγεί σε παθητική στάση. Από την άλλη μεριά, ως λαός εθιζόμαστε και στην γκρίνια, και στην αναπαραγωγή αρνητικών γεγονότων και «κουτσομπολιών». Σ’ αυτό, την κατάσταση ενισχύουν και τα ίδια τα ΜΜΕ, που είναι σε αρκετό βαθμό υπεύθυνα για την εθνική ψυχολογία.
Από τις ιστορίες του βιβλίου σας, ποιες ανθρώπινες αντιδράσεις σάς εξέπληξαν περισσότερο: εκείνες που φανέρωσαν δύναμη σε ανθρώπους που θεωρούσαν τον εαυτό τους αδύναμο ή εκείνες που αποκάλυψαν ευαλωτότητα πίσω από μια εικόνα απόλυτου ελέγχου;
Και οι δύο περιπτώσεις είναι βγαλμένες από την ζωή: άνθρωποι που ποτέ δεν εντυπωσίασαν, ποτέ δεν ήταν τολμηροί και «μπροστάρηδες», κι όμως, την κατάλληλη στιγμή έδειξαν ένα σθένος που κανείς δεν περίμενε! Και από την άλλη μεριά, άνθρωποι που μέχρι κάποιο σημείο της ζωής τους έμοιαζαν αήττητοι, έφτασαν να λυγίσουν, να ζητήσουν βοήθεια, να αποδεχτούν την αδυναμία τους, και ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο να βρουν την πραγματική τους δύναμη! Και μπορεί, και οι δύο αυτές «φάσεις» να συναντηθούν στον ίδιο άνθρωπο, κι αξίζει σε όλους μας να εμπνευστούμε από αυτό!
Έχετε χτίσει μια δημόσια εικόνα δύναμης, αισιοδοξίας και δημιουργικότητας. Υπήρξε περίοδος κατά την οποία αισθανθήκατε ότι αυτή η εικόνα δεν σας επέτρεπε εύκολα να πείτε “δεν είμαι καλά”;
Η αλήθεια είναι πως η εικόνα που πιστεύουμε ότι έχουν οι άλλοι για μας -αντίστοιχα και οι προσδοκίες τους από εμάς- συχνά γίνεται παγίδα, που μας ωθεί να την ενισχύουμε. Όταν όμως τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα, τότε και εγώ, και πιστεύω και πολλοί άλλοι άνθρωποι, θα ανοιχτούμε, θα εκφραστούμε σε ανθρώπους που εμπιστευόμαστε, είτε ζητώντας βοήθεια, είτε απλά για να μοιραστούμε το δύσκολό μας όταν το έχουμε ανάγκη.
Κοιτάζοντας τις μεγάλες προσωπικές και επαγγελματικές ανατροπές της ζωής σας, υπάρχει κάτι που τότε το βιώσατε ως απώλεια, αλλά σήμερα αναγνωρίζετε ότι σας επέστρεψε σε μια πιο αυθεντική εκδοχή του εαυτού σας;
Βεβαίως και υπάρχει, γιατί και τα δικά μου «τούνελ» είναι πολλά, μικρά και μεγάλα. Υπήρξε όμως μια περίοδος της ζωής μου που ήταν ιδιαίτερα επώδυνη, γιατί τα πλήγματα ήταν πολλά και πολυεπίπεδα -προσωπικά, επαγγελματικά, φιλικά, κοινωνικά- και μέσα από αυτό το τούνελ έκανα αρκετά χρόνια για να τα ξεπεράσω. Όμως πραγματικά, μέσα από αυτή τη φάση ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα, και εξελίχθηκα σε μια καινούργια εκδοχή μου, πολύ πιο κοντά στην αλήθεια μου.
Ποια πεποίθηση για την αγάπη, την επιτυχία ή τον εαυτό σας χρειάστηκε να αποχωριστείτε με τον πιο επώδυνο τρόπο – και ποια νέα αλήθεια γεννήθηκε στη θέση της;
Το μάθημα ήταν σκληρό, γιατί ανέτρεψε πολλά από τα παλιά μου «πιστεύω» και κυρίως στον βαθμό εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους. Ευτυχώς, η βάση μου δεν αλλοιώθηκε, απλά έμαθα να μην βάζω πράγματα «κάτω από το χαλί», ή όταν το κάνω, η επιλογή μου να είναι συνειδητή, γιατί για μένα, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία να σώσεις μια σχέση, από το να αποδεικνύεις ότι έχεις δίκιο. Και ο μονόδρομος για κάτι τέτοιο είναι η καλοσύνη: στη σκέψη, στην πρόθεση, στη συμπεριφορά, στην προσφορά, στην ίδια τη δουλειά μας. Προτείνω λοιπόν σε όλους, πριν αποφασίσετε κάτι, αναρωτηθείτε «Αυτό που θέλω να πω, να κάνω, να δημιουργήσω, σε πόσους και ποιους ανθρώπους θα κάνει καλό;» Και πάντα, στην έννοια ‘ανθρώπους’ να συμπεριλαμβάνετε και τον εαυτό σας, αλλά όχι μόνο αυτόν!
